Στα μονοπάτια της Αιγιάλης – 1

17 08 2009

Κείμενο – Γιάννης Κωσταρής

Βιώνουμε τα νησιά σαν σκηνικά της καλοκαιρινής μας εκτόνωσης, όμως η πλησμονή ανθρώπων και δραστηριοτήτων τους καλοκαιρινούς μήνες είναι η εξαίρεση, τα νησιά ερήμην μας χτυπιούνται με τους βοριάδες μέσα στο πέλαγος όλο το χρόνο. Παρ’ όλες τις αλλαγές-πληγές που φέρνει συνεχώς ο τουρισμός, ο εκτός σεζόν επισκέπτης που θα περπατήσει τα μονοπάτια της Αιγιάλης εύκολα διαπιστώνει ότι η Αμοργός παραμένει ένα αγροκτηνοτροφικό νησί κι ένας τόπος ξεχωριστής ομορφιάς και ενέργειας

Το πλοίο σχεδόν άδειασεyialos στη Νάξο, στην Αιγιάλη μέσα στη μαύρη νύχτα κατέβηκαν περίπου σαράντα άνθρωποι, οι περισσότεροι ντόπιοι που ήρθαν για τις ελιές. Ενα ζευγάρι από την Ιαπωνία ψάχνοντας τρόπο να πάνε στη Χώρα βολεύτηκαν στην καρότσα ενός αγροτικού, ενώ το πουλμανάκι του ξενοδοχείου έφυγε άδειο. Μέχρι να καταλάβουμε ότι αποβιβαστήκαμε το πλοίο ήδη είχε βγει από τον κόλπο της Αιγιάλης με κατεύθυνση της Αστυπάλαια, μιάμιση τη νύχτα φτάνει από Πειραιά, έξι και μισή το ξημέρωμα αναχωρεί!

Οι τουρίστες έχουν φύγει εδώ και καιρό, οι ντόπιοι έχουν ησυχάσει από το κυνήγι τους και μαζεύονται να βγάλουν το χειμώνα. Το πρωί και για τις επόμενες 4 μέρες φύσαγε κρύος βοριάς, ο ουρανός κρατώντας ανέφελο το πέλαγος γέμιζε και άδειαζε από σύννεφα πάνω από το νησί, δημιουργώντας συγκλονιστικές σκηνές φωτός.

Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει στην περιοχή της Αιγιάλης είναι η μορφολογία του εδάφους. Πίσω από τις αμμουδιές του κόλπου ξεκινά ένας μικρός κάμπος με ελιές και πιο πίσω αμφιθεατρικά, δημιουργώντας ένα τεράστιο κοίλο «θέατρο», πλαγιές οροθετημένες με αναβαθμίδες στέκουν ακόμη μισογκρεμισμένες και στο βάθος βραχώδη βουνά. Σ’ αυτή την όμορφη χοάνη είναι χτισμένα τα χωριά Θολάρια, Λαγκάδα, Στούπος, Ανω και Κάτω Ποταμιά και στο λιμάνι ο νεότερος οικισμός Ορμος Αιγιάλης. Αυτή είναι η θέα από τη θάλασσα, αλλά περπατώντας τις επόμενες μέρες τα τριγύρω μονοπάτια και με διαφορετικές καιρικές συνθήκες βλέπαμε το τοπίο ν’ αλλάζει συνεχώς. Το αποκορύφωμα όμως αυτής της σαγηνευτικής εικόνας είναι το μακρόστενο και αρκετά ψηλό νησάκι Νικουριά, έξω από τον κόλπο.

Το καλύτερο που έχει να κάνει ο επισκέπτης τέτοια εποχή είναι να περπατήσει στα μονοπάτια. Στην περιοχή της Αιγιάλης υπάρχουν 4 σημαδεμένες πεζοπορικές διαδρομές που διασχίζουν όλο το βορειοανατολικό νησί και η μακρύτερη διαδρομή φτάνει στη Χώρα. Τα μονοπάτια είναι σε άριστη κατάσταση χάρη στη συνεχή συντήρηση που γίνεται, αλλά κυρίως εξαιτίας της αδιάκοπης χρήσης τους από τους ντόπιους με τα γαϊδούρια τους. Το νησί λόγω της μορφολογίας του, μακρόστενο με ψηλά για το μέγεθός του βουνά, κάνει τη διάνοιξη δρόμων πολύ ακριβή και χρονοβόρα, έτσι έχουμε την ευτυχία -ίσως για τους περισσότερους ντόπιους να είναι δυστυχία- να υπάρχουν ελάχιστοι δρόμοι και στα χωράφια και τα μαντριά οι κάτοικοι πρέπει να πηγαίνουν από τις παλιές στράτες, τα μονοπάτια. Τα γαϊδούρια είναι το βασικότερο μέσο μεταφοράς στην περιοχή της Αιγιάλης, τα συναντάς παντού, ίσως το πιο εξωτικό να είναι αυτό που βόσκει στην παραλία της Λεβρωσού, που μας κράτησε συντροφιά μια εβδομάδα.





Στα μονοπάτια της Αιγιάλης – 2

17 08 2009

Ορμος – Θολάρια – Λαγκάδα

Προς ΛαγκάδαΠήραμε το μονοπάτι για τα Θολάρια από το τέλος της αμμουδιάς, παλιό ανηφορικό καλντερίμι που περνάει μέσα από τις εγκαταλειμμένες πια αναβαθμίδες. Πριν από μερικές δεκαετίες, σ’ αυτό το χώμα που συγκρατούν οι ξερολιθιές έβαζαν σιτάρι, κριθάρι, όσπρια, αμπέλια, οπωροφόρα. Μετά ήρθε η μετανάστευση και η ευκολία του τουρισμού και η εξημερωμένη γη σιγά σιγά ξανάγινε λόγκος ή αφέθηκε στα κατσίκια, που χειρότερα από φωτιά κατατρώνε τα πάντα. Λίγο πριν το χωριό είναι ένα μεγάλο πηγάδι με εμφανή τα σημάδια της αλυσίδας από το σύρσιμο του κουβά. Από κάτω ο κάμπος, ελαιώνας με κάποια κενά από περιφραγμένα οικόπεδα και μάντρες. Βγήκαμε στα Θολάρια, που για πολλούς από τους καλοκαιρινούς επισκέπτες είναι το ομορφότερο χωριό. Περπατάμε στα σοκάκια, ο οικισμός, χτισμένος στο λαιμό μιας πλαγιάς, βλέπει ο μισός το Νοτιά και ο άλλος το Βοριά. Στη βορινή πλευρά δεν μπορείς να σταθείς από τον αέρα και το κρύο, ελάχιστοι άνθρωποι κυκλοφορούν, αλλά αρκετά από τα καταστήματα είναι ανοιχτά, σταματάμε στο ζαχαροπλαστείο, σπεσιαλιτέ του το γαλακτομπούρεκο αλλά δυστυχώς θα είναι έτοιμο το βράδυ. Συνεχίζουμε το περπάτημα. Στα ανατολικά όρια του χωριού το μικρό κοιμητήριο κοιτάζει το πέλαγος, το μονοπάτι συνεχίζει πλατύ, πετρόχτιστο και ισοϋψές σε όλο του το μήκος, διασχίζει περιμετρικά τη λεκάνη που δημιουργούν οι πλαγιές και ήπια συνεχίζει προς τη Λαγκάδα. Τα σύννεφα τρέχουν γρήγορα προς το Νότο και το φως αλλάζει συνεχώς, οι αναβαθμίδες κατηφορίζουν προς τον κάμπο, ελιές, πρόβατα, κατσίκια και γαϊδούρια τριγύρω μας. Το φως, σαν ουράνιος προβολέας που αναβοσβήνει, πότε φωτίζει μια σειρά από πεζούλες, πότε λίγα πρόβατα, πότε το απέναντι χωριό και πότε δημιουργεί δυο φωτεινές τρύπες στη θάλασσα. Η Νικουριά απέναντι είναι ο πρωταγωνιστής, φως και σύννεφα τη μεταμορφώνουν συνεχώς. Με μια μικρή παράκαμψη ανατολικά βγήκαμε στο μοναστήρι της Παναγίας, όλα καθαρά και ασπρισμένα. Απέναντι ένα μικρό σπιτάκι δεν είναι της εκκλησίας, όπως νομίσαμε, αλλά η αποθήκη ενός αγρότη που έφτασε με τρία γαϊδούρια φορτωμένα ελιές.Στρούμπος

Συνεχίζουμε με το τελευταίο φως για τη Λαγκάδα, περνώντας πρώτα από το μικρό οικισμό Στρούμπο, όπου τα περισσότερα σπίτια είναι εγκαταλειμμένα αλλά τα τελευταία χρόνια κάποια έχουν επισκευαστεί με επιμέλεια και γούστο. Ανεβαίνοντας για τη Λαγκάδα, από κάτω κρέμεται το φαράγγι του Αρακλού με μια μικρή εκκλησία στην άκρη του. Η Λαγκάδα είναι χτισμένη στις πλαγιές και σε ένα πλάτωμα του όρους Κρίκελος, που υψώνεται σαν τεράστιο πέτρινο κάδρο πάνω από το χωριό. Ελάχιστοι άνθρωποι κυκλοφορούσαν μ’ αυτή την παγωνιά, σταματήσαμε στο παλιό μπακάλικο της πλατείας, το ηλικιωμένο ζευγάρι μάλλον από συνήθεια συνεχίζει να κρατάει το μαγαζί χωρίς να υπάρχει προφανής λόγος. Στο χωριό υπήρχαν τρεις ταβέρνες ανοιχτές και το σπουδαίο είναι ότι βρήκαμε μαγειρευτό φαγητό: μελιτζάνες, φασολάκια και λαχανίδες· στο διπλανό τραπέζι καθόταν ένας συνταξιούχος που είχε έρθει για τις ελιές και είχε διάθεση για κουβέντα.





Στα μονοπάτια της Αιγιάλης – 3

17 08 2009

Από τον Ορμο

στους Μύλους

Διασχίσαμε τον κάμπο, οργασμός εργασίας, όλοι μάζευαν τις ελιές τους, απλωμένα κάτω τα ελαιόπανα και τα ραβδιά να ρίχνουν τις ελιές. Τα δέντρα ήταν φορτωμένα με το μικρό καρπό της ποικιλίας «κορωνέικη» που αναλογικά παράγει μικρή ποσότητα, αλλά πολύ υψηλή ποιότητα λαδιού. Οι ντόπιοι, αφοσιωμένοι στην εργασία τους, δεν έδειχναν να ενοχλούνται από το διάχυτο θόρυβο των μηχανικών ραβδιών. Στη Λαγκάδα ρωτήσαμε στο μπακάλικο πώς ν’ ανεβούμε στους μύλους, εύκολο ήταν, το μονοπάτι ξεκινούσε πίσω από το Δημοτικό, για τρίτη μέρα αέρας και κρύο.

lagkadaΠερπατάμε πλάι στις ψηλές ξερολιθιές που μοιράζουν το βουνό σε ιδιοκτησίες. Τριγύρω πρόβατα και κατσίκια, πέτρες και θάμνοι. Ανεβαίνουμε την πλαγιά και ισιώνουμε προς την κορφή λίγο πριν τους ανεμόμυλους, ο βοριάς πέφτει πάνω μας με δύναμη. Συνεχίζουμε με δυσκολία προς τα ερείπια των μύλων, τριγύρω τα βουνά κλεισμένα από γκρίζα σύννεφα που τρέχουν, αλλάζοντας συνεχώς σχήματα και οι σκιές τους δημιουργούν μαύρες τρύπες στη θάλασσα. Μια απίστευτη και απέριττη χορογραφία τεράστιας κλίμακας φτιαγμένη από φως και αέρα. Πέρα από το νησί, πάνω από το Αιγαίο ο ουρανός παραμένει ανέφελος. Κόντρα στο βοριά κοιτάζω τον κόλπο της Αιγιάλης, στο βάθος το νησάκι Νικουριά υποβλητικό κάτω από το φως που διαπερνά τα σύννεφα. Γυρίζω το βλέμμα μου στους μύλους, νεκρά κελύφη, σωροί από πέτρες και σάπια ξύλα, παρατημένοι δεκαετίες στην εντροπία των ανέμων. Καθόμαστε πίσω από ένα βράχο για να αποφύγουμε το βοριά και να φάμε. Ησυχία. Στη φύση νιώθεις την παραμικρή αλλαγή του καιρού να διαπερνά το σώμα σου. Μόλις που προλαβαίνω να δω ένα κοπάδι πρόβατα που βουβά διασχίζουν την κορυφογραμμή και κατηφορίζουν νότια.

Κατεβήκαμε, στο παντοπωλείο μάς είπαν ότι στους μύλους άλεθαν το σιτάρι, που το κουβαλούσαν πάνω με ζώα, μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες. Το χωριό ήταν απομονωμένο, πριν από είκοσι πέντε χρόνια ήρθε το ρεύμα και πριν από είκοσι χρόνια έγινε ο δρόμος για το λιμάνι. Συνεχίσαμε για τα Θολάρια, κοίταξα δεξιά, στον κάμπο ενός σπιτιού τα απλωμένα ασπρόρουχα ανέμιζαν στο δυνατό βοριά, συντροφιά μας στην υπόλοιπη διαδρομή τα γκαρίσματα από τα γαϊδούρια.





Στα μονοπάτια της Αμοργού – 4

17 08 2009

Από τη Χώρα στον Ορμο

Τέσσερις ώρες περπάτημα είναι η Αιγιάλη. Το μονοπάτι ξεκινά από το πάρκινγκ, κάτω από την κεραία του ΟΤΕ, φαρδύ και πλακόστρωτο περνάει πάνω από την γνωστή παραλία της Αγίας Αννας και σε είκοσι λεπτά φτάνει στο λευκό, κρεμασμένο στα βράχια, μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας. Συνεχίζουμε βορειοανατολικά και το μονοπάτι στενεύει, αριστερά κοφτά βράχια, δεξιά η θέα προς το ανατολικό Αιγαίο είναι εντυπωσιακή, «απέραντο γαλάζιο» που λέει και η ταινία, που δεν διακόπτεται από τίποτα. Διάσπαρτα μεγάλα βράχια που μοιάζουν να έχουν κυλήσει από το βουνό και σταμάτησαν λίγο πριν τη θάλασσα. Επειτα από καμιά ώρα κάτω από τη κορφή του Προφήτη Ηλία, βγαίνουμε πολύ κοντά στο δρόμο, μια στέρνα και τριγύρω κατσίκια και το τοπίο αλλάζει. Το μονοπάτι γίνεται πιο κακοτράχΝικουριάαλο, τριγύρω ψηλές ξερολιθιές και μαντριά και ελάχιστη θαμνώδης βλάστηση, εξάλλου ό,τι και να υπήρχε έχει φαγωθεί από τα κατσίκια. Τώρα η θέα είναι βορειοδυτική προς τη Νικουριά και τον κόλπο της Αιγιάλης, ένας χωματόδρομος συναντά το μονοπάτι και κατευθύνεται προς τα λίγα σπίτια και τα μαντριά της Εξω Μεριάς, σκόρπια πράγματα παρατημένα τριγύρω και το τοπίο ισοπεδωμένο από τα ζώα. Μεσημέρι, σταματάμε στο εκκλησάκι του Αγιου Μάμα να ησυχάσουμε λίγο από το βορινό αέρα, τα λευκά ντουβάρια έχουν ζεσταθεί από το δυνατό Ηλιο.

Την τελευταία ώρα περπατήματος βγαίνουμε στις πεζούλες του κόλπου πάνω από τον Ποταμό, για πολλή ώρα μια κουρτίνα από σύννεφα εμποδίζει το φως, αλλά στο τέλος ο Ηλιος βγαίνει από κάτω και φωτίζει τη θάλασσα, τη Νικουριά, τις πέτρες και τα βράχια. Κατηφορίζουμε προς το χωριό, τριγύρω αναβαθμίδες με ελιές και το μονοπάτι στρωμένο με φρέσκια καβαλίνα, από τα ζώα-υποζύγια. Ο Ηλιος σβήνει στη θάλασσα βουβός και άχρωμος. Κατεβαίνουμε τις σκάλες του χωριού, όλες οι κουβέντες που αλλάζουν οι άνθρωποι είναι για τις ελιές. Κοιτώ τον κόλπο, ανάβουν οι λάμπες των δρόμων, το φως τους ισορροπεί όμορφα με τον ακόμη φωτισμένο ουρανό και την ησυχία των κλειστών σπιτιών.

Φτάνουμε στο λιμάνι, ψάχνοντας για φαγητό βρήκαμε ένα μικρό εστιατόριο, σπίτι ουσιαστικά, που όλο το χειμώνα θα το κρατάει ανοιχτό μια ευγενέστατη κοπέλα από την Αγγλία. Ο αέρας επιτέλους σταμάτησε, ξαστεριά και η θάλασσα στέκεται σιωπηλή και ακίνητη σαν φωτογραφία.





Στα μονοπάτια της Αμοργού – 5

17 08 2009

Από τη Λαγκάδα

στον Σταυρό

Διασχίσαμε γρήγορα τον ελαιώνα και ανεβήκαμε στη Λαγκάδα, στην πλατεία μια παρέα Γάλλων ετοιμάζεται να διασχίσει την ίδια διαδρομή μ’ εμάς. Πήραμε το μονοπάτι για τη μονή Χρυσοστόμου, ελαφριά ανηφόρα ανάμεσα σε ελιές, συκιές, θάμνους και μαντριά. Το μοναστήρι άστραφτε από μακριά, πολλά κελιά και βοηθητικοί χώροι και μέσα στο ναό συντηρημένες αγιογραφίες. Τριγύρω τα κατσίκια είχαν φάει τα πάντα, ένα γαϊδούρι κόλλησε το κεφάλι του στα κάγκελα, για παρηγοριά τού δώσαμε ένα μήλο.

Συνεχίσαμε ανεβαίνοντας περιμετρικά μια ψηλή ξερολιθιά με ανατολική κατεύθυνση, μπροστά μας ήταν οι Γάλλοι. Γρήγορα το μονοπάτι στένεψε, τα βράχια έγιναν κοφτά προς τα κάτω και στο Αιγαίο διακρίνονταν Σταυρόςόλα τα γειτονικά νησιά, μέχρι την Ικαρία και τα Δωδεκάνησα· ακροβολισμένα τριγύρω, ακίνητα και εμβληματικά μάς κοιτούσαν μερικά αγριοκάτσικα. Το μονοπάτι πια ήθελε προσοχή, από κάτω γκρεμός, μια Γαλλίδα σταμάτησε στο σημείο με τη εντυπωσιακότερη θέα, εκεί θα περίμενε τους φίλους της να επιστρέψουν. Στην τελευταία στροφή γυρίσαμε νότια, μπροστά μας ο μικρός ναός του Σταυρού και στο βάθος η Ανάφη και η Αστυπάλαια. Το μονοπάτι ανηφόριζε λίγο μέχρις ένα σημείο που μπορούσες να δεις σχεδόν όλη την ανατολική πλευρά της Αμοργού κι εκεί τελείωνε. Βράχια, θάλασσα και ουρανός…

Επιστρέψαμε με το τελευταίο φως και νύχτα φτάσαμε στα Θολάρια. Δεν είχε κρύο σήμερα, κυκλοφορούσε αρκετός κόσμος, κάποιοι στόλιζαν στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων που γιορτάζει αύριο. Καθήσαμε απέναντι, έξω στο καφεστιατόριο, η γλυκιά ηλικιωμένη ιδιοκτήτρια μας έφερε ό,τι είχε. Στο διπλανό τραπέζι δυο ντόπιοι και μια Γερμανίδα που ζει μόνιμα στο νησί έπιναν το ουισκάκι τους. Ολοι οι χωριανοί που περνούσαν τους χαιρετούσαν, οι περισσότερες κουβέντες κι εδώ για τις ελιές, αλλά και για τη γιορτή της εκκλησίας, για έναν ξαφνικό θάνατο ενός νέου ανθρώπου και σκληρά σεξουαλικά υπονοούμενα με το δικό τους τρόπο. Ενα μονόπρακτο που με μικρές διαφορές επαναλαμβάνεται κάθε μέρα, μια ρουτίνα που ησυχάζει τους ανθρώπους, τους ριζώνει στον τόπο τους, τους δίνει σιγουριά και συντροφικότητα. Μέσα στη μαύρη νύχτα κατηφορίσαμε το μονοπάτι για τον Ορμο. Η επόμενη μέρα ήταν… καλοκαίρι και την περάσαμε στη θάλασσα, διάφανη και ακύμαντη αν και κρύα πια.

Ξημερώματα, με το πρώτο φως περιμέναμε το πλοίο, 6.30 και στο λιμάνι μεγάλη κίνηση, κάποιοι περίμεναν να παραλάβουν ή να παραδώσουν πράγματα και αρκετοί να φύγουν για Νάξο και Πειραιά. Ολα έγιναν γρήγορα και μέσα στην άπνοια και τη διάχυτη ομίχλη απομακρυνθήκαμε από τον κόλπο.